Τις γυναικοκτονίες και την έμφυλη βία ως αποτέλεσμα βαθιά ριζωμένων ανισοτήτων και διαχρονικής κρατικής αποτυχίας στην πρόληψη, την προστασία και τη δικαιοσύνη ανέδειξε η εκδήλωση “Γυναικοκτονίες: 8+1 Ιστορίες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο”, που διοργάνωσε και συντόνισε ο Αντιπρόεδρος της Αριστεράς (The Left) και ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Κώστας Αρβανίτης, σε συνεργασία με τον Μη Κερδοσκοπικό Οργανισμό «Γίνε Άνθρωπος».
Κεντρικά μηνύματα της εκδήλωσης ήταν ότι οι φωνές των θυμάτων
μπορούν να σώσουν άλλες γυναίκες, εφόσον ακουστούν έγκαιρα και οδηγήσουν
στη χάραξη των αναγκαίων πολιτικών, και ότι καμία γυναίκα που ζητά
προστασία δεν πρέπει να εγκαταλείπεται μόνη ή αβοήθητη από τις αρμόδιες
αρχές.
Μέσα σε έντονα φορτισμένο συναισθηματικά κλίμα, η εκδήλωση
ανέδειξε τις ανθρώπινες ιστορίες πίσω από τους αριθμούς και έφερε στο
προσκήνιο τα κενά στη νομοθεσία, την απουσία ολοκληρωμένων πολιτικών
πρόληψης και την επιτακτική ανάγκη για τη νομική αναγνώριση των
γυναικοκτονιών ως διακριτό έγκλημα.
Η πολιτική οφείλει να έρθει στο
ύψος των απαιτήσεων και να δώσει λύσεις πέρα από μικροκομματικές ή άλλες
σκοπιμότητες, ανέφερε ο Κώστας Αρβανίτης, τονίζοντας ότι οι
γυναικοκτονίες δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά αλλά αποτέλεσμα
ανισοτήτων, ανοχής και αποτυχιών στην πρόληψη και προστασία. Ως
εισηγητής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την επόμενη Έκθεση για το
Κράτος Δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Κ. Αρβανίτης είπε ότι στόχος της
εκδήλωσης είναι η αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία» σε ευρωπαϊκό
επίπεδο και η ένταξή του στην έκθεση για το τρέχον έτος.
Στην
εκδήλωση, που συγκέντρωσε οικογένειες θυμάτων, ευρωβουλευτές και
κοινωνικούς φορείς, δόθηκε φωνή σε όσες δεν γύρισαν σπίτι τους· σε όσες
έχασαν τη ζωή τους επειδή ήταν γυναίκες. Οι συμμετέχοντες τόνισαν ότι η
γυναικοκτονία δεν είναι τυχαίο έγκλημα, αλλά η πιο ακραία μορφή έμφυλης
βίας, που απαιτεί πολιτική δράση, εκπαίδευση των αρχών και θεσμική
αναγνώριση.
Στην εκδήλωση μίλησαν συγγενείς θυμάτων γυναικοκτονιών, μεταφέροντας εμπειρίες, μαρτυρίες και αιτήματα δικαιοσύνης:
•
«Όταν περιμένουμε από τις γυναίκες να φτάσουν στο σημείο της
καταγγελίας για να τις πιστέψουμε, πολλές δεν προλαβαίνουν. Η Γαρυφαλλιά
δεν πρόλαβε», τόνισε η Αλεξάνδρα Μάκου, μητέρα της Γαρυφαλλιάς
Ψαρράκου, που δολοφονήθηκε από τον σύντροφό της ενώ έκανε διακοπές στη
Φολέγανδρο. «Όπως αναγνωρίζουμε τα εγκλήματα με ρατσιστικό κίνητρο, έτσι
πρέπει να ονομάζουμε και τα εγκλήματα λόγω φύλου, για να μπορούμε να τα
δούμε, να τα καταγράψουμε και να τα προλάβουμε», πρόσθεσε, ζητώντας τη
θεσμική αναγνώριση της γυναικοκτονίας και κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο
πρόληψης, καταγραφής και ευθύνης.
• «Ο χωρισμός δεν είναι προστασία·
είναι η περίοδος υψηλότερου κινδύνου για τις γυναίκες, κι όμως κανένας
μηχανισμός δεν ενεργοποιείται για να τις προστατεύσει», είπε η Ελένη
Κρεμαστιώτη, μητέρα της Ερατούς Μανωλακέλλη, που δολοφονήθηκε από τον
πρώην σύζυγό της, ενώ είχε προσπαθήσει να φύγει αναζητώντας προστασία.
Ζήτησε ευρωπαϊκές πολιτικές που να αφαιρούν όπλα όταν υπάρχει ρήξη και
απειλή και που να προστατεύουν τα παιδιά των δολοφονημένων γυναικών.
«Κανείς γονιός δεν πρέπει να ζει με το φόβο ότι η κόρη ή η γυναίκα του
θα σκοτωθεί επειδή πήρε την απόφαση να φύγει από έναν βίαιο σύντροφο»,
τόνισε.
• «Η Πολυξένη δεν δολοφονήθηκε μόνο από έναν άντρα.
Δολοφονήθηκε από ένα σύστημα που του έδωσε όπλο, δεν τον αφαίρεσε από
την υπηρεσία, δεν τον αξιολόγησε ως επικίνδυνο, δεν προστάτευσε τη
γυναίκα του. Και μετά τη δολοφονία της, άφησε πίσω δύο παιδιά», τόνισε η
Αγγελική Μπέρδου, μητέρα της Πολυξένης Μπέρδου, που δολοφονήθηκε από
τον σύντροφό της μέσα στο σπίτι της. Ζήτησε να θεσπιστεί ευρωπαϊκό
πλαίσιο υποχρεωτικής αφαίρεσης όπλων από ένστολους όταν υπάρχουν
ενδείξεις ενδοοικογενειακής βίας, απειλών ή σοβαρών συγκρούσεων. Να
υπάρξει ανεξάρτητος μηχανισμός ελέγχου και καταγγελιών για ένστολους,
ώστε η βία να μη θάβεται μέσα στην ιεραρχία. Να καθιερωθεί υποχρεωτική
ψυχοκοινωνική αξιολόγηση όσων φέρουν όπλο στο πλαίσιο της υπηρεσίας τους
— ουσιαστική και επαναλαμβανόμενη. Επίσης, τόνισε την ανάγκη να
αναγνωριστούν τα παιδιά των θυμάτων γυναικοκτονίας ως θύματα κρατικής
αποτυχίας, με μακροχρόνια ψυχολογική και οικονομική στήριξη.
• Η Ρόζα
Φωτιάδου, μητέρα της Σοφίας Σαββίδου, που δολοφονήθηκε επειδή βρισκόταν
με την Πολυξένη Μπέρδου την ώρα της γυναικοκτονίας, τόνισε πως «όταν η
έμφυλη βία αντιμετωπίζεται ως ιδιωτική υπόθεση, όταν λέμε “είναι θέμα
του ζευγαριού”, τότε εκθέτουμε ολόκληρη την κοινωνία σε κίνδυνο».
Επισήμανε ότι η έμφυλη βία δεν είναι μόνο ζήτημα δικαιωμάτων· είναι
ζήτημα δημόσιας ασφάλειας και ζήτησε να αντιμετωπίζεται ως δυνητικός
κίνδυνος για τρίτους, όχι μόνο για το άμεσο θύμα. Ζήτησε μηχανισμούς
έγκαιρης απομάκρυνσης και αφοπλισμού επικίνδυνων προσώπων, πριν η βία
ξεφύγει από τον «ιδιωτικό» χώρο, και να στηριχθούν τα παιδιά των
δολοφονημένων γυναικών ως θύματα έμφυλης βίας με ουσιαστική και
μακροχρόνια φροντίδα.
• «Η γυναικοκτονία της κόρης μου δεν ήταν
αποτέλεσμα τύχης. Ήταν αποτέλεσμα αδράνειας», είπε η Κατερίνα Κώτη,
μητέρα της Ντόρας Ζαχαριά, που δολοφονήθηκε από τον πρώην σύντροφό της
λίγες μέρες μετά τον χωρισμό, τονίζοντας ότι πρέπει να σταματήσει η
αντιμετώπιση του φόβου των γυναικών ως υπερβολή. «Ο φόβος της κόρης μου
ήταν βάσιμος. Απλώς δεν τον άκουσε κανείς». Ζήτησε να αναγνωριστεί σε
ευρωπαϊκό επίπεδο το stalking και η ψηφιακή παρακολούθηση ως σοβαροί
δείκτες επικινδυνότητας, να θεσπιστούν υποχρεωτικά πρωτόκολλα αντίδρασης
όταν μια γυναίκα καταγγέλλει ψηφιακή παρακολούθηση και να δημιουργηθούν
ευρωπαϊκά μητρώα επαναλαμβανόμενης έμφυλης βίας.
• Τα παιδιά των
γυναικοκτονιών δεν είναι «παράπλευρες απώλειες». Είναι και αυτά θύματα,
δήλωσε η Τζέσικα (Στεφανία) Ντανάι, κόρη της Ενκελέιντα, που
δολοφονήθηκε από πρώην σύντροφό της. «Σήμερα βρίσκομαι εδώ όχι μόνο για
τη μητέρα μου, αλλά για όλα τα παιδιά που έμειναν πίσω», τόνισε,
ζητώντας δράση για την προστασία των θυμάτων έμφυλης βίας. Η μητέρα είχε
καταγγείλει τις απειλές που δεχόταν στην αστυνομία. Η προηγούμενη μέρα
είχε εκδικαστεί το αυτόφωρο για την υπόθεσή της. «Οι καταγγελίες όταν
δεν συνοδεύονται από αξιολόγηση κινδύνου, ενημέρωση του θύματος και
άμεση προστασία, δεν αρκούν», επισήμανε.
• Για τη διαδοχική αποτυχία
του κράτους – πριν τη δολοφονία (προειδοποιήσεις και πρόληψη), κατά τη
διάρκεια (αντιμετώπιση του εγκλήματος) και μετά (στήριξη της
οικογένειας) – μίλησαν ο Γιάννης Τοπαλούδης και η Κούλα Αρμουτίδου,
γονείς της Ελένης Τοπαλούδη, που δολοφονήθηκε στη Ρόδο και η σορός της
πετάχτηκε στη θάλασσα.
Η γυναικοκτονία δεν ξεκινά τη στιγμή του
θανάτου. Ξεκινά πολύ νωρίτερα – στη σιωπή, στην ανοχή, τόνισε η Κούλα
Αρμουτίδου, που μίλησε για την «αθέατη τραγωδία» που ξεκίνησε για την
οικογένεια μετά τη δολοφονία της Ελένης. «Αυτό που έχουμε ονομάσει
οικογενειοκτονία. Γιατί όταν δολοφονείται μια γυναίκα, δεν πεθαίνει μόνο
εκείνη. Πεθαίνει η οικογένειά της λίγο-λίγο».
Η μητέρα της Ελένης
επισήμανε την τριπλή αδράνεια και αποτυχία του Κράτους: πριν – γιατί δεν
έμαθε να βλέπει τη βία ως προειδοποίηση, κατά – γιατί δεν στάθηκε
καθαρά απέναντι στο έγκλημα, και μετά – γιατί εγκατέλειψε τις
οικογένειες. «Αν δεν αλλάξει ριζικά ο τρόπος που το κράτος και η Ευρώπη
αντιμετωπίζουν τη βία κατά των γυναικών – πριν, κατά τη διάρκεια και
μετά – τότε θα συνεχίσουμε να μετράμε όχι μόνο δολοφονημένες γυναίκες,
αλλά και οικογένειες που δεν έμαθαν ποτέ πώς να ξαναζούν».
«Τα
τελευταία λόγια της Ελένης μας πριν την πετάξουν στη θάλασσα ήταν “θα
σας βρει ο πατέρας μου”», είπε ο Γιάννης Τοπαλούδης, πατέρας της Ελένης,
και ζήτησε την καθιέρωση του όρου «γυναικοκτονία», όχι για διαφορετική
ποινή, αλλά για ηθική, κοινωνική και πολιτική αναγνώριση των εγκλημάτων
κατά γυναικών λόγω φύλου, καθώς και την καθιέρωση του όρου
«οικογενειοκτονία». Τονίζοντας ότι η οικογένειά βιώνει καθημερινή ψυχική
δολοφονία μέσα στις δικαστικές αίθουσες, επισήμανε ότι χρειάζεται
πραγματικά ανεξάρτητη δικαιοσύνη, όχι δικαιοσύνη της πολιτικής και των
πολιτικών. «Κάθε 10 λεπτά δολοφονείται μια γυναίκα και πρέπει να
δράσουμε άμεσα», τόνισε. Ο πατέρας της Ελένης Τοπαλούδη απαίτησε
μηχανισμούς στήριξης των οικογενειών των θυμάτων και πρόληψης της
έμφυλης βίας τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο.
Με τη φράση
«το περιπολικό δεν είναι ταξί» ξεκίνησε τη μαρτυρία της η Δέσποινα
Καλλέα, μητέρα της Κυριακής Γρίβα, που δολοφονήθηκε έξω από το
αστυνομικό τμήμα, ενώ είχε ζητήσει βοήθεια. Το περιπολικό είναι μέσο
προστασίας· η κόρη της δολοφονήθηκε παρά το γεγονός ότι ζήτησε βοήθεια
και το κράτος ήταν παρόν, αλλά ανίκανο να παρέχει ασφάλεια. Η υπόθεση
της Κυριακής Γρίβα «αποκαλύπτει ένα κενό αντίληψης: ότι η έμφυλη βία δεν
αντιμετωπίζεται ως άμεση απειλή ζωής. Αντιμετωπίζεται ως ενόχληση μέχρι
να γίνει έγκλημα. Και τότε είναι αργά».
Ζήτησε από την Ευρώπη να
θεσπίσει δεσμευτικά πρωτόκολλα αξιολόγησης κινδύνου για έμφυλη βία,
εκπαίδευση αστυνομικών ώστε να αναγνωρίζουν τον φόβο ως ένδειξη
επικείμενης απειλής, και υποχρεωτική παρέμβαση/συνοδεία όταν γυναίκες
ζητούν προστασία. «Αν η Ευρώπη θέλει να μιλά για ανθρώπινα δικαιώματα,
ας ξεκινήσει από το πιο βασικό: καμία γυναίκα που ζητά προστασία δεν
πρέπει να φεύγει μόνη».
Ο Εμμανουήλ Αθανασίου, ξάδελφος της Έφης
Τσιχλάκη, μίλησε για τη δολοφονία της ξαδέλφης του και κυρίως για τη
δικαστική μάχη, την οποία χαρακτήρισε ένα από τα μεγαλύτερα δικαστικά
σκάνδαλα της χώρας. Αναφέρθηκε σε αίσχος στα δικαστήρια, όπου η
οικογένεια κλήθηκε να αποδείξει ότι η Έφη δολοφονήθηκε, καθώς είχαν
αποφασίσει σε πρώτο βαθμό ότι αυτοκτόνησε, και στη συνέχεια βρέθηκε
αντιμέτωπη με πλήθος απειλών και δολοφονία χαρακτήρα, λόγω των
διασυνδέσεων του δράστη με πανίσχυρη οικογένεια της χώρας. Τόνισε ότι η
πολιτική και δικαστική εξουσία στέλνουν μήνυμα ατιμωρησίας σε ολόκληρη
την Ευρώπη, όταν οι δολοφόνοι, που δεν δείχνουν μεταμέλεια, παραμένουν
εκτός φυλακής.
Οι μαρτυρίες ανέδειξαν κοινό μοτίβο: ατιμωρησία,
καθυστερήσεις, θεσμικά κενά και κοινωνική ανοχή που συνοδεύει τις
υποθέσεις έμφυλης βίας. Στην εκδήλωση συμμετείχαν επίσης θεσμικοί
εκπρόσωποι, νομικοί και ειδικοί επιστήμονες, που έριξαν φως στη
διαρθρωτική διάσταση του φαινομένου και στις προκλήσεις στην απονομή
δικαιοσύνης και στην προστασία των θυμάτων.
Ήταν γυναίκες, αυτό ήταν
το σφάλμα των 100 και πλέον γυναικών που δολοφονήθηκαν από το 2020 έως
το 2025, τόνισε η Ξένη Δημητρίου, Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επί τιμή.
Στην εξαιρετική της τοποθέτηση υπογράμμισε πως «Οι κοινωνίες που
αποφεύγουν να ονομάσουν τις δολοφονίες των γυναικών ως γυναικοκτονίες
υποκρύπτουν ανοχή στην έμφυλη βία και φέρουν πατριαρχικά χαρακτηριστικά
».
Έκανε λόγο για τις επείγουσες συστάσεις της GREVIO για τη
συμμόρφωση της Ελλάδας στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης. «Το ’26 η
GREVIO θα ελέγξει την Ελλάδα και φοβάμαι ότι στους λίγους μήνες που
απομένουν δεν θα γίνουν πολλά πράγματα» είπε και πρόσθεσε πως η GRENIO
βλέπει με καχυποψία τον νόμο για τη συνεπιμέλεια.
«Καλέσαμε δικαστές
και αστυνομικούς να τους εκπαιδεύσουμε. Η απάντηση ήταν εμείς
εκπαιδεύουμε δεν εκπαιδευόμαστε» είπε για να τονίσει την απροθυμία των
αρχών να εκπαιδευτούν ενώ χαρακτήρισε την εφαρμογή του ήδη υπάρχοντος
πλαισίου «άδειο πουκάμισο».
Η Έλενα Κουντουρά τόνισε ότι η
γυναικοκτονία αποτελεί την πιο ακραία μορφή έμφυλης βίας και παραβίαση
ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη οφείλει να την
αναγνωρίσει νομικά ώστε να διασφαλιστεί η πρόληψη και η προστασία των
θυμάτων.
Η Έλενα Κουντουρά, Ευρωβουλεύτρια ΣΥΡΙΖΑ και μέλος της
Επιτροπής FEMM, τόνισε ότι η γυναικοκτονία είναι η πιο ακραία μορφή
έμφυλης βίας και παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και ότι η Ευρώπη
οφείλει να την αναγνωρίσει νομικά για να επιτραπεί η πρόληψη και η
προστασία των θυμάτων. Υπογράμμισε ότι η έλλειψη ενιαίου ευρωπαϊκού
ορισμού οδηγεί σε υποκαταγραφή και ατιμωρησία, ενώ η σωστή καταγραφή και
η συλλογή στοιχείων είναι κρίσιμες για την ανάπτυξη αποτελεσματικών
πολιτικών πρόληψης.
Η Έλενα Κουντουρά ανέλυσε τα βήματα που έχουν
γίνει σε ευρωπαϊκό επίπεδο μέσα από τη δική της δουλειά στο Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο, με στόχο να αναγνωριστεί η γυναικοκτονία ως νομικός όρος
και να αντιμετωπιστεί η έμφυλη βία.
Η Ελληνίδα ευρωβουλεύτρια
κατέθεσε δύο ερωτήσεις στην Κομισιόν και στο Συμβούλιο ζητώντας κοινό
ευρωπαϊκό ορισμό της γυναικοκτονίας και ενιαία συλλογή δεδομένων. Η
απάντηση της Κομισιόν αναγνώρισε τη σημασία της νομικής αναγνώρισης,
χωρίς όμως ουσιαστικά αποτελέσματα, ενώ η ίδια δεσμεύτηκε να συνεχίσει
τις παρεμβάσεις της για πλήρη αναγνώριση του εγκλήματος και επαρκή μέτρα
προστασίας των γυναικών.
Ως εισηγήτρια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
πέτυχε να κυρωθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση η Σύμβαση της
Κωνσταντινούπολης, το πρώτο διεθνώς δεσμευτικό νομικό κείμενο για την
αντιμετώπιση της έμφυλης βίας. Ωστόσο, όπως είπε, πρέπει η Ευρώπη και τα
κράτη-μέλη να επενδύσουν άμεσα σε ουσιαστικά μέτρα, χωρίς να
υπολογίζουν ότι το κόστος επιβαρύνει τον προϋπολογισμό, διότι τα μέτρα
αυτά σώζουν ζωές. «Πρέπει να εκπαιδευτούν τα αγόρια να σέβονται τις
γυναίκες – τη μητέρα τους, την αδερφή τους, την κόρη τους, τη σύντροφό
τους – και τα κορίτσια να μη φοβούνται να πουν όχι», κατέληξε.
Η Δρ. Κέλλυ Ιωάννου, Καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Πρόεδρος της ΜΚΟ
«Γίνε Άνθρωπος», τόνισε ότι στην καρδιά κάθε γυναικοκτονίας υπάρχει μια
κραυγή που δεν ακούστηκε, αποτέλεσμα σιωπής και θεσμικής αδράνειας, με
δομές που μένουν στα χαρτιά και απουσία συστηματικής καταγραφής και
πρωτοκόλλων αξιολόγησης κινδύνου. Πολλές φορές, γυναίκες με παιδιά
κοιμούνται σε αυτοκίνητα επειδή «δεν υπάρχουν θέσεις» σε δομές.
Υπογράμμισε ότι δεν υπάρχουν «απρόβλεπτες», αλλά αχαρτογράφητες
γυναικοκτονίες και ότι η έμφυλη βία εκδηλώνεται πλέον και στον ψηφιακό
χώρο μέσω παρακολούθησης και παρενόχλησης, λειτουργώντας ως προθάλαμος
φυσικής βίας. Εκεί, αντί να αναχαιτίζεται ο δράστης, ζητείται από τις
γυναίκες να «προσέχουν τη διαδικτυακή τους συμπεριφορά», μεταφέροντας
την ευθύνη στο θύμα.
Η Μαρία Ρεπούση, Καθηγήτρια Ιστορίας ΑΠΘ και
Διευθύντρια του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς», ανέλυσε τις
γυναικοκτονίες ως ακραία μορφή έμφυλης βίας και μισογυνισμού. Τόνισε ότι
η νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας και η ευρωπαϊκή συνεργασία είναι
απαραίτητες για την πρόληψη και την απόδοση δικαιοσύνης. Αναφέρθηκε στη
«σφαγή του Μόντρεαλ» ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μαζικής
γυναικοκτονίας, τονίζοντας ότι οι δολοφονίες γυναικών αποτελούν την
ακραία μορφή έμφυλης βίας και εκφράζουν σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στα
φύλα.
Υπογράμμισε ότι οι γυναικοκτονίες δεν εξαρτώνται μόνο από
κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, αλλά από δομικές κοινωνικές
ανισότητες, σεξισμό και πατριαρχικές σχέσεις. Η έμφυλη βία δεν είναι
μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά επαναλαμβανόμενο, οικουμενικό και διαχρονικό,
επηρεάζοντας όλες τις γυναίκες και τα κορίτσια. Τόνισε ότι η νομική
αναγνώριση της γυναικοκτονίας δεν λύνει από μόνη της το πρόβλημα, αλλά
είναι κρίσιμη για την απονομή δικαιοσύνης, την πρόληψη και την προστασία
των θυμάτων.
Ο ρόλος του φεμινιστικού κινήματος και η ευθύνη των
Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης βρέθηκαν στο επίκεντρο της παρέμβασης της
Φωτεινής Λαμπρίδη, δημοσιογράφου του tvxs. Όπως επισήμανε, το
φεμινιστικό κίνημα έχει συμβάλει καθοριστικά στην ορατότητα της έμφυλης
βίας και στην κατοχύρωση του όρου «γυναικοκτονία», απέναντι σε μια
δημόσια σφαίρα που συχνά τον αντιμετωπίζει με ειρωνεία ή αμηχανία.
Παράλληλα, ανέδειξε τις σοβαρές ευθύνες των ΜΜΕ, τονίζοντας ότι μέρος
της δημοσιογραφικής κάλυψης εξακολουθεί να αναπαράγει αφηγήσεις που
δικαιώνουν τον δράστη και μετατοπίζουν την ευθύνη στο θύμα, μέσα από
πομπώδεις τίτλους, εκτενή και συχνά αχρείαστα ρεπορτάζ και τη χρήση
φωτογραφιών που ενισχύουν τον κιτρινισμό. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε
και στην εκπομπή «Παρατηρητήριο Σεξισμού», ένθετο της εκπομπής «Άλλη
Διάσταση», ως μια προσπάθεια κριτικής αποτύπωσης και ανάδειξης των
σεξιστικών στερεοτύπων στον δημόσιο λόγο.
Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν πολλοί συνάδελφοι ευρωβουλευτές, η Ελεονώρα Μελέτη (ΝΔ/ ΕΛΚ), η προσωπική κατάθεση της οποίας συγκίνησε τους παρευρισκόμενους, ο Σάκης Αρναούτογλου (S&D/ΠΑΣΟΚ), ο Νίκος Παππάς (Left), η Μαρία Ζαχαρία (Mη εγγεγραμμένη/Πλεύση Ελευθερίας) και ο Λουκάς Φουρλάς (ΔΗΣΥ/ΕΛΚ), τους οποίους ευχαριστούμε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου